Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Μ. Ιωσηφίδου - Ο έρωτας, το σεξ και η πορνεία, στην αρχαιότητα δεν ήταν ταμπού! Δεν ήταν;

Δεν υπάρχουν σχόλια

Ο έρωτας στην αρχαιότητα δεν είναι μια συναισθηματική κατάσταση, αλλά η επιθυμία ενός ανθρώπου προς το αντικείμενο του πόθου του από τη στιγμή που αυτή δημιουργείται στον εγκέφαλό του. Δεν ήταν ταμπού, ήταν θεός.

Έρωτες που παλεύουν σε σώματα άφθαρτα και ωραία. Έρωτες επί πληρωμή, έρωτες ομοφυλοφιλικοί, έρωτες κάθε είδους…

Δεν υπάρχει ντροπή στην αρχαία Ελλάδα, γιατί οι Έλληνες πίστευαν στη χαρά και την ευεξία που ερχόταν από τον έρωτα και την ερωτική πράξη, αλλά και γιατί κανείς δεν τους επέβαλλε να μη μιλούν ανοιχτά για τα πάντα.

Ο έρωτας στην αρχαία Ελλάδα δεν έχει φραγμούς και όρια, δεν έχει φύλο, δεν έχει ηλικία. Όπως δηλαδή θα έπρεπε να είναι ο έρωτας, απαλλαγμένος από ενοχές και φοβίες, χωρίς φραγμούς και αναστολές.

Λαός εύθυμος, με σκωπτική διάθεση και πηγαίο, ανεξάντλητο χιούμορ, οι αρχαίοι Έλληνες έδωσαν μια περισσότερο ανθρώπινη διάσταση στις θεότητές τους. Ο αρχαίος Έλληνας προσέδωσε στους Θεούς γήινες αδυναμίες και ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος, δημιούργησαν ένα κόσμο περιπετειώδη και αμοραλιστικό, όπου οι ήρωες περνούσαν το χρόνο τους από κρεβάτι σε κρεβάτι, ή επιτελώντας τους γνωστούς άθλους των.

O Δίας , ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, συμβόλιζε για τους αρχαίους Έλληνες την παντοδυναμία και την απόλυτη εξουσία. Παρά τα πολλά καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του, πάντα του έμενε χρόνος ώστε να ξελογιάζει κάποια θεά ή κάποια όμορφη βασιλοπούλα και να προκαλεί έτσι τη ζήλια της νόμιμης συζύγου του, της Ήρας, καθιστώντας το γάμο τους ένα πεδίο διαρκούς αντιπαλότητας, αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων.

Δίκαια ο Δίας ονομάστηκε πατέρας των θεών και των ανθρώπων, καθώς πολλοί Ολύμπιοι αλλά και μικρότερες θεότητες, όπως επίσης και ένα πλήθος από επώνυμους ήρωες διαφόρων πόλεων ήταν παιδιά του.

Μακρύς ο κατάλογος. Οι δυο Τιτανίδες. Η Θέμις, με την οποία απέκτησε τις τρεις Ώρες και τις τρεις Μοίρες και η Μνημοσύνη, με την οποία απέκτησε τις εννιά Μούσες, Η Ωκεανίδα Ευρυνόμη, με την οποία απέκτησε τις τρεις Χάριτες. Η Ήρα, η νόμιμη σύζυγος, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Την Ήβη, τον Άρη και τον Ήφαιστο.

Η συζυγική ζωή τους, βέβαια, υπήρξε πολυτάραχη, μιας και η παράφορη ζήλια της Ήρας δεν μπορούσε ν' αντέξει τις συνεχείς ερωτικές περιπέτειες του άντρα της. Αρκετές φορές μάλιστα αποπειράθηκε να εγκαταλείψει τη συζυγική εστία. Μαιμάκτης καθώς ήταν, έβρισκε πάντα τον τρόπο να τη φέρει πίσω. Πάντα τη διαβεβαίωνε πως οι εξωσυζυγικές του περιπέτειες δε σήμαιναν τίποτε γι' αυτόν και ότι η ίδια ήταν η μόνη γυναίκα που του προκαλούσε τον πραγματικό πόθο. Πόσες φορές άραγε έχει ακουστεί τούτο;

Ωστόσο, και παρά τις διαβεβαιώσεις του, ερωτεύτηκε κάποτε και τη Δήμητρα. Ναι, την αδελφή του, η οποία αν και φημολογείται ότι έκανε φιλότιμες προσπάθειες να τον απωθήσει, ενέδωσε τελικά και του χάρισε την Περσεφόνη.

Σαφέστατα, δεν περιορίστηκε στα οικογενειακά πλαίσια και έτσι ενώθηκε με τη Σελήνη, που γέννησε την Έρση και την Πανδία, με τη Νύμφη Θύβρη, που γέννησε τον τραγοπόδαρο Πάνα, και φυσικά με την Ευρώπη, για χάρη της οποίας μεταμορφώθηκε σε ταύρο και απέκτησε έτσι τον Μίνωα και τον Ραδάμανθη.

Όπως προαναφέρθηκε, ο κατάλογος είναι μακρύς, και θα αρκεστώ σε αυτά, τα οποία θεωρώ ότι δίδουν το στίγμα, επαρκώς. Εντούτοις, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω λίγο περισσότερο την Ήρα, πριν ξεκινήσω την κατηγοριοποίηση, όπως αυτή αναφέρεται στον τίτλο του παρόντος.

H Ήρα είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές του αρχαίου ελληνικού Δωδεκάθεου. Κόρη του Κρόνου και της Ρέας, μοναδική νόμιμη σύζυγος του Δία, θεά των ουρανών, προστάτιδα του γάμου και των παντρεμένων, ιδιαίτερα, γυναικών και προσωποποίηση της συζυγικής πίστης. Η Ήρα ενσαρκώνει τις αρετές και τα ελαττώματα της παντρεμένης γυναίκας. Είναι η πιστή και αφοσιωμένη, η τρυφερή και υποταγμένη στον κύριο και αφέντη της γυναίκα, αλλά και η δυναμική και πολυμήχανη, εριστική και γκρινιάρα, καταπιεστική και ζηλόφθονη, παθιασμένη και εκδικητική σύζυγος. Η εκδίκησή της, αφρισμένη κατεβασιά, σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της. Είναι η προσωποποίηση της κτητικότητας, όσον αφορά το αντικείμενο του πόθου της.

Η Ήρα ήταν εκείνη που απομυθοποιούσε, στα μάτια των Ελλήνων, την εξουσία του άντρα αφέντη, του κύρη, του συζύγου. Στο όνομα της Ήρας, η Γυναίκα έπαιρνε την εκδίκησή της από τον Άντρα, στα πλαίσια μιας καλά οργανωμένης ανδροκρατούμενης κοινωνίας.

Στο σημείο αυτό, οφείλω να κάνω μιαν αναφορά στην Αφροδίτη, η οποία σμίγοντας με τον Ερμή, γέννησε τον Ερμαφρόδιτο, ενώ από την ένωσή της με τον Διόνυσο, γεννήθηκε ο Πρίαπος!

Εξίσου λάγνοι υπήρξαν και οι ήρωες, καθώς και οι κοινοί θνητοί.

Σήμερα, όσο και αν έχει αλλάξει η ηθική ή ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε αυτήν, αυτό που παραμένει αναλλοίωτο είναι η ερωτική επιθυμία των ανθρώπων, η αγωνία τους να ζήσουν και να απολαύσουν τον έρωτα.

Ο ομοφυλοφιλικός έρωτας στην αρχαία Ελλάδα.

Οι αρχαίοι Έλληνες αποδέχονταν τον ομοφυλοφιλικό έρωτα σαν ένα τμήμα της ερωτικής τους ζωής, χωρίς να τον διατυμπανίζουν, αλλά και χωρίς να τον κρύβουν.

Τούτο, δε σημαίνει ότι υπήρξε αποδεκτός από όλους. Οι θεωρίες περί αυτού δεν είναι ξεκάθαρες και μάλλον αντικρουόμενες θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε. Αρκεί να αναφέρουμε τον Πλούταρχο και το Περί Παίδων Αγωγής.

Από τη μια έχουμε τους νόμους κατά της παιδεραστίας, από την άλλη τους συγκεκριμένους κανόνες που ίσχυαν σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας. Η Σπάρτη για παράδειγμα κατηγορούσε την Αθήνα για την ανοχή και την επιβράβευση των ομοφυλόφιλων ανδρών, ενώ η Κόρινθος είναι γνωστή για την άνεσή της στις διάφορες ομόφυλες σχέσεις, αλλά και στον πληρωμένο έρωτα.

Ωστόσο και με βάση της υπάρχουσες πηγές. το πλαίσιο της ομοφυλοφιλικής σχέσης ορίζονταν από συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι ποίκιλαν ανάλογα με την εποχή και την περιοχή. Συνήθως ο εραστής ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία και ο ερωμένος ήταν έφηβος.

Στην Αθήνα η αποδεκτή σεξουαλική συμπεριφορά ενός ενήλικα άνδρα ήταν η ισορροπημένη αμφιφυλοφιλία: ο σωστός άντρας παντρευόταν γύρω στα 25 του, δημιουργούσε μια μικρή οικογένεια και συνδεόταν ερωτικά με εταίρες και με νεαρά αγόρια.

Στόχος αυτών των ομοφυλοφιλικών σχέσεων δεν ήταν μόνο η σεξουαλική ικανοποίηση, αλλά και η κοινωνική εκπαίδευση του αγοριού, το οποίο έβγαινε από το προστατευμένο περιβάλλον του σπιτιού και ενσωματωνόταν σταδιακά στην κοινωνία των ενηλίκων.

Οι σχέσεις αυτές διέπονταν από κανόνες: το αγόρι έπρεπε να είναι πάνω από δώδεκα ετών και έπρεπε να διαλέξει από μόνο του τον εραστή του. Από τους πολλούς άντρες που το φλέρταραν έπρεπε να διαλέξει έναν και να συνδεθεί μαζί του. Από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν τα αρχαία κείμενα φαίνεται ότι το αγόρι είχε ρόλο παθητικό στη σεξουαλική σχέση.

Το αγόρι διατηρούσε αυτόν τον ρόλο συνήθως μέχρι τα 16-17 του χρόνια. Στα 25 του θεωρείτο ολοκληρωμένος άνδρας και παντρευόταν για να κάνει δική του οικογένεια και να πάρει τον ενεργητικό ρόλο στις σχέσεις του με εφήβους.

Στην Αθήνα ο έρωτας ανάμεσα σε δύο ενήλικες δεν ήταν σπάνιος, αλλά ο θηλυπρεπής άνδρας δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτός.

Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα οι συνομιλητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο έρωτας ανάμεσα σε άνδρες είναι ανώτερος από κάθε άλλη μορφή έρωτα, γιατί συνέβαινε ανάμεσα σε ίσους.
Με το συμπόσιο θα ασχοληθούμε εκτενέστερα παρακάτω.

Ερωτας και γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα

Ηταν σημαντικός ο έρωτας ανάμεσα στους συζύγους στην αρχαία Ελλάδα; Φαίνεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες διατηρούσαν τη σχέση με τη μόνιμη σύζυγό τους μόνο και μόνο, για λόγους αναπαραγωγής. Η σύζυγος έμενε απομονωμένη στο γυναικωνίτη και ο ρόλος της ήταν να φέρει στη ζωή τους απόγονους – κληρονόμους της περιουσίας της οικογένειας.

Η σύζυγος ήταν μια γυναίκα, συνήθως χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση αλλά από καλή οικογένεια, που δεν προσπαθούσε να κάνει τον εαυτό της ελκυστικό ή να εξασκήσει τις τεχνικές του έρωτα. Έτσι λοιπόν, δεν ενθαρρυνόταν να λατρέψει τη θεά Αφροδίτη που αντιπροσωπεύει τις ανώτερες όψεις του έρωτα. Οι θεότητες που λάτρευε η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα ως σύζυγος έπρεπε να είναι της εστίας και του σπιτιού, καθώς και η θεά Δήμητρα, που αντιπροσώπευε όλα τα μυστήρια των Ελληνίδων γυναικών.

Ήταν ασυνήθιστο για εκείνην να γνωρίσει άλλον άντρα εκτός από τον σύζυγό της. Αξίζει να αναφέρουμε την ιστορία του τύραννου Ιέρωνα (Πλούταρχος), τον οποίο πρόσβαλε ένας αντίπαλός του, λέγοντάς του πως μύριζε άσχημα το στόμα του. Όταν αργότερα ρώτησε τη γυναίκα του γιατί δεν του τόπε, εκείνη με αφέλεια απάντησε: «Πίστευα πως όλοι οι άνδρες μύριζαν έτσι».

Η δε άποψη των Αθηναίων για την καλή σύζυγο ήταν περίπου η εξής: Έπρεπε να είναι αγνή, επιδέξια στο νοικοκυριό και στη διαχείριση των εισοδημάτων του άντρα της. Σημαντικό ήταν φυσικά να τεκνοποιήσει, γι’ αυτό υπολογίζεται ότι είχε σεξουαλική επαφή τουλάχιστον τρεις φορές τον μήνα» μέχρι να ρυθμιστεί η εκκρεμότητα της διαδοχής.

Εντούτοις, η παραμέληση τούτη, δε σήμαινε ότι έμεναν κλεισμένες σπίτι, να κλαίνε τη μοίρα τους. Κάποιες, κατάφερναν να βρουν αλλού παρηγοριά, με τη βοήθεια μαστρωπών. Κάποιες άλλες, επέλεγαν τις μεθόδους του αυνανισμού ή της ομοφυλοφιλίας.

Για τους Έλληνες ο αυνανισμός, ο οποίος μάλιστα αναφέρεται ιδιαίτερα στην αττική κωμωδία, δεν ήταν είδος διαστροφής αλλά δικλείδα ασφαλείας. Το γεγονός της ευρείας χρήσης του αυνανισμού δεν έλυνε μόνο τις σεξουαλικές ελλείψεις των αρχαίων ελληνίδων συζύγων, αλλά χαροποιούσε και κάποιους ειδικούς εμπόρους, κυρίως αυτούς της Μιλήτου που ήταν κέντρο παραγωγής και εξαγωγής ολίσβου, ενός υποκατάστατου του πέους. Φαίνεται πως αυτή η απομίμηση φτιαχνόταν είτε από ξύλο είτε από φουσκωμένο δέρμα αλειμμένο συνήθως με λάδι ελιάς πριν από τη χρήση.

Το υποκατάστατο του ανδρικού οργάνου χρησιμοποιείτο βέβαια και στον λεσβιακό έρωτα, που ήταν γνωστός σε Αθήνα και Σπάρτη, προπάντων όμως στη Λευκάδα και τη Λέσβο.

Ο αγοραίος έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο πληρωμένος ή αγοραίος έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος. Παρόλα αυτά στις πρώτες κοινωνίες η πορνεία δεν ξεκίνησε σαν εμπορική συναλλαγή, αλλά σαν λατρευτική θρησκευτική τελετή κατά την οποία νεαρά κορίτσια θυσίαζαν την παρθενιά τους στους θεούς και κυρίως στην θεά του έρωτα Αφροδίτη.

Η πορνεία ήταν ιερό θρησκευτικό καθήκον που στόχευε στην εξομοίωση της γυναίκας με τους θεούς. Οι εταίρες στην αρχαιότητα ήταν ανύπαντρες γυναίκες που πρόσφεραν ερωτικές υπηρεσίες επί πληρωμή. Μάλιστα σε κάποιες περιοχές υπήρχαν πολλές, π.χ. στην Κόρινθο υπήρχαν χίλιες περίπου. Οι ακριβές εταίρες ήταν η αιτία που πλήθος πλούσιων εμπόρων και ναυτικών κατασπαταλούσαν το εισόδημα τους. Κάθε εταίρα εκμεταλλευόταν την ομορφιά και χάρη της και συνήθως ζούσε για αόριστο διάστημα στην πολυτέλεια που της πρόσφερε κάποιος πλούσιος. (οποιοσδήποτε παραλληλισμός με τη σύγχρονη εποχή δεν είναι τυχαίος!)

Η επαφή και η γνωριμία με τις εταίρες ήταν πολύ απλή, αφού κυκλοφορούσαν παντού: στην αγορά, στα θέατρα, στα λουτρά, στον ναό της Αφροδίτης και τους δρόμους. Στα ίδια μέρη απαγορευόταν αυστηρά, να κυκλοφορούν οι έντιμες γυναίκες. Κάποιες από τις γυναίκες αυτές ήταν πολύ διάσημες, και με μεγάλη επιρροή. Η Ασπασία, σύντροφος του Περικλή, ή η Φρύνη είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις διάσημων εταίρων.

Ο Φιλήμων ιστορεί πως ο Σόλων ίδρυσε πρώτος τα πορνεία στην Αθήνα, για να ανακουφίσει τους νέους που έφταναν στην ακμή, ο δε Νίκανδρος ο Κολοφώνιος γράφει πως ο Σόλων ίδρυσε και τον ναό της Πανδήμου Αφροδίτης στην Αθήνα, της προστάτριας του αγοραίου έρωτα, από τα κέρδη των πορνών που είχε εγκαταστήσει στα οικήματα.

Από ένα απόσπασμα του Ξενάρχου που διέσωσε ο Αθήναιος πληροφορούμαστε τον τρόπο λειτουργίας τους.

Αφού ο Ξέναρχος κατηγορήσει την νεολαία της εποχής του που τρώει τα λεφτά και τον καιρό της με μεγαλόμισθες εταίρες ή με ελεύθερες παντρεμένες γυναίκες διατρέχοντας τον έσχατο κίνδυνο να συλληφθεί, λέει πως θα μπορούσε να διαλέξει άλλον ευκολότερο και ασφαλέστερο δρόμο, την επίσκεψη στα πορνεία, όπου όπως μας αναφέρει, μπορεί κανείς να διαλέξει ελεύθερα όποια του αρέσει.

Στέκονταν σε παράταξη μέσα στους οίκους-«επί κέρως τεταγμέναι», όπως λέει χαρακτηριστικά, ημίγυμνες ή φορώντας διαφανείς χιτώνες, με αποτέλεσμα να φαίνονται τα πάντα και να διεγείρονται οι πελάτες.

Η ταρίφα ποίκιλλε από σπίτι σε σπίτι ή από γυναίκα σε γυναίκα και ήταν κατά κανόνα ένας οβολός(το 1/6 δηλ. της δραχμής, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε πως μπορούσε ο πελάτης να δώσει κάτι παραπάνω για να έχει ειδική περιποίηση).

Τα πορνεία στην Αθήνα ήταν εγκατεστημένα κυρίως στον Κεραμεικό που ήταν μέσα στην πόλη, κατά τον σχολιαστή του Αριστοφάνη, και ειδικότερα στις πύλες του Κεραμεικού, καθώς μας πληροφορούν ο Ησύχιος και η Σούδα. Τα περισσότερα, όμως, ήταν στο λιμάνι, στον Πειραιά, καθώς μας πληροφορεί ο Πολυδεύκης, μιας και ήταν χώρος, όπου έρχονταν έμποροι, ξένοι και ναυτικοί.

Οι πόρνες ντύνονταν παρδαλά κι αυτό δεν επιτρεπόταν για τις ελεύθερες γυναίκες. Όταν έμπαινε ο πελάτης, η πόρτα έκλεινε. Μέσα στο δωμάτιο είχε συνήθως προθάλαμο. Στους τοίχους υπήρχαν άσεμνες και διεγερτικές παραστάσεις, κατάλληλος διάκοσμος για τον χώρο. Τον χειμώνα είχαν κάρβουνα αναμμένα για ζεστασιά. Το κρεββάτι είχε σεντόνια και καλύμματα και μέσα έκαιγε λύχνος συνεχώς. Οι πελάτες κατά τα φαινόμενα προπλήρωναν.

Οι πόρνες ήταν δούλες, ξένες ή αιχμάλωτες πολέμου, ή αγορασμένες. Απαγορευόταν αυστηρά να εκδίδεται ελεύθερη.

Οι προαγωγοί ή πορνοβοσκοί (!) ήταν πρόσωπα ανυπόληπτα και λεγόντουσαν κι αλλιώς πόρνοι, πορνοσκόποι και εταιροτρόφοι. Νοίκιαζαν τα πορνεία και είχαν τις πόρνες καταβάλλοντας κάθε χρόνο το πορνικόν τέλος στο κράτος, ένα φόρο δηλαδή στο κράτος, καθώς μαθαίνουμε απ’ τον Αισχίνη.

Η ταρίφα των πορνών φαίνεται καθοριζόταν και πάλι απ’ το κράτος κι αυτό λεγόταν «διάγραμμα», όπως μας πληροφορεί η Σούδα, όπου οι αγορανόμοι καθώριζαν (διέγραφον) πόσο έπρεπε «λαμβάνειν την εταίραν εκάστην». Και στην Κω υπήρχε πορνικόν τέλος, όπως προκύπτει από μια πολύτιμη επιγραφή που καταγράφει τους φόρους του κράτους, μεταξύ των οποίων υπάρχει και ο φόρος των εταιρών. Το πορνικόν τέλος καταβαλλόταν στον πορνοτελώνη, τον τελώνη δηλαδή των δημοσίων πορνών.

Το πορνείο λεγόταν και οικίσκος, οίκημα (δηλ. το «σπίτι», όπως λέμε σήμερα), τέγος, παιδισκείον (από τα κοριτσάκια, τις παιδίσκες που είχε μέσα),κηλωστόν, χαμαιτυπίον (την ονομασία αυτή την πήρε απ’ τις λεγόμενες χαμαιτύπες, τις πόρνες δηλαδή που συνευρίσκονταν στο ύπαιθρο ξαπλώνοντας χάμω, δηλ. στο έδαφος.

Αργότερα φαίνεται σπιτώθηκαν κι έτσι απ’ αυτές πήρε την ονομασία και το σπίτι. Υπήρχε και μια άλλη κατηγορία ακόμη φτηνότερων πορνών που έκαναν τη δουλειά στο ύπαιθρο ψαρεύοντας τους πελάτες στο δρόμο με διάφορα κόλπα, μεταξύ των οποίων ήταν να έχουν γραμμένα με καρφιά στα πέδιλα λέξεις που αποτυπώνονταν στο μαλακό έδαφος. Οι πόρνες αυτές λεγόντουσαν «λεωφόροι» (το ανάλογο με το σημερινό τροτέζα ή καλντεριμιτζού) ή «σποδησιλαύραι» (λαύρα είναι το δρομάκι, τα ο σοκάκι και σποδός η σκόνη), χαμαιτύπαι, χαλκιδίτιδες (από το πολύ ευτελές ποσό που έπαιρναν, ένα χάλκινο νόμισμα), χαμαιταιρίδες.

Συνευρίσκονταν στους σκοτεινούς δρόμους στην περιοχή του Φιλοπάππου, σε ψηλά επιτάφια μνημεία. Άλλες πήγαιναν σε ειδικά πανδοχεία που νοίκιαζαν γι’ αυτό το σκοπό δωμάτια ή σε ταβέρνες που λεγόντουσαν ματρυλλία ή μαστρύπια. Υπήρχαν πόρνες εγκατεστημένες στα λουτρά. Τέλος, στα συμπόσια καλούσαν αυλητρίδες, χορεύτριες (ορχηστίδες), ακροβάτιδες που πέρα απ’ το πρόγραμμα που παρουσίαζαν, δίνονταν πολύ συχνά για μικρή πρόσθετη αμοιβή στον έρωτα των ανδρών.

Οι εταίρες ήταν πόρνες πολύ όμορφες, ανωτέρου επιπέδου. Κατείχαν συνήθως υψηλή μόρφωση και πολλές απ’ αυτές κέρδισαν την ελευθερία τους εξαγοράζοντάς την με τα κέρδη τους ή με χρήματα των εραστών τους.

Η τιμή τους κυμαινόταν από 1 δραχμή, δηλ.6 φορές περισσότερο από τις δημόσιες πόρνες, μέχρι αμύθητα ποσά. Το πόσο σοβαρή επίδραση άσκησαν στη ζωή της αρχαίας Ελλάδας φαίνεται από το ότι όλοι οι μεγάλοι άνδρες της αρχαιότητος είναι συνδεδεμένοι με εταίρες που φημίζονταν όχι μονάχα για την ομορφιά και την τέχνη του έρωτα, αλλά και το πνεύμα τους.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι η Ασπασία, η οποία έγινε σύζυγος του ισχυρότερου άνδρα της Αθήνας, του Περικλέους. Λέγεται πως έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη χάραξη της πολιτικής του αθηναϊκού κράτους κι ο Πλάτων στον «Μενέξενο» αναφέρει πως εκείνη συνέθεσε τον επιτάφιο λόγο που εξεφώνησε ο Περικλής.

Άλλες πολύ γνωστές εταίρες, υπήρξαν οι: Τιμάνδρα ή Δαμασάνδρα, μητέρα της Λαΐδος, συνδέθηκε με τον Αλκιβιάδη, όπως και η περίφημη Θεοδότη η Αττική. Η χορεύτρια Φίλιννα συνδέθηκε με τον βασιλιά Φίλιππο κι απέκτησε μαζί του τον Αρριδαίο που βασίλεψε μετά τον Αλέξανδρο. Η Μανία και η Λάμια ήταν οι περίφημες εταίρες του Δημητρίου Πολιορκητή. Η Δημώ συνδέθηκε με τον βασιλιά Αντίγονο. Η Μύστα και η Νύσα συνδέθηκαν με τον βασιλιά Σέλευκο. Η Λαΐς είχε δεσμό με τον ζωγράφο Απελλή, τον φιλόσοφο Αρίστιππο και τον Διογένη τον Κυνικό. Η Φρύνη με τον ρήτορα Υπερείδη. Η Μιλτώ με το βασιλιά της Περσίας Κύρο. Η Θαΐς ήταν η εταίρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και είναι αυτή που έκαψε το ανάκτορο της Περσέπολης σ’ ένα γιορταστικό συμπόσιο (Μέρες που είναι, και ας μου επιτραπεί ένα σχόλιο. Δεν είναι ο Αλέξανδρος. Κατά πάσα πιθανότητα ο Νέαρχος ή η Ρωξάνη μετά του νεαρού πρίγκηπα.). Η Γλυκέρα είναι η περίφημη ερωμένη του Μενάνδρου. Η Λαμπιτώ η Σαμία συνδεόταν με τον Δημήτριο τον Φαληρέα. Η Σινώπη με τον Ιεροφάντη των Ελευσινίων Μυστηρίων Αρχία. Η Λεόντιον ήταν η συντρόφισσα του Επίκουρου. Η Αγαθόκλεια ήταν η φίλη του Πτολεμαίου του Δ’. Η Μανία ήταν η ερωμένη του ολυμπιονίκη στο παγκράτιον Λεοντίσκου.

Η ιεροδουλεία ήταν ένας θεσμός, κατά τον οποίο γυναίκες, αλλά ορισμένες φορές και άνδρες ασκούσαν στους ναούς την Ιερή Πορνεία.

Δύο είναι τα είδη της. Το πρώτο περιλαμβάνει όλες τις γυναίκες που είναι υποχρεωμένες, πριν παντρευτούν, να διακορευθούν μέσα στο ναό προς όφελος της θεάς, στην οποία ανήκει ο ναός. Το δεύτερο, που είναι μετεξέλιξη του πρώτου και προφανώς επιβλήθηκε με την επικράτηση της πατριαρχίας και της ζηλοτυπίας του άνδρα που θέλει η γυναίκα του να μη σμίγει με κανένα, έστω και με θεό σε ναό, αφορά εκείνες τις γυναίκες που υπηρετούν στο ναό είτε ως σκλάβες είτε επειδή είναι ταμένες είτε γιατί έχουν έλθει με τη θέλησή τους και η ιερά πορνεία που ασκούν είναι σε μόνιμη επαγγελματική βάση.

Η ιεροδουλεία, θεσμός πανάρχαιος και θρησκευτικός, ήταν απλωμένη σ’ όλο το χώρο της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Όπως προαναφέρθηκε, θα γίνει αναφορά και στο «Συμπόσιο» ή «Περί Έρωτος Ηθικός». Σ’ αυτό το διάλογο οι Φαίδρος, Ερυξίμαχος, Παυσανίας, Αριστοφάνης, Αγάθων, Σωκράτης και Αλκιβιάδης, θα μιλήσουν με τη σειρά και θα τοποθετηθούν πάνω στο θέμα του Έρωτα.

Ο Φαίδρος λοιπόν, παρουσιάζει τον Έρωτα σαν ένα Θεό Μέγα, γεννημένο πρώτο απ’ όλους τους Θεούς, ο οποίος προξενεί όλα τα αγαθά. Τη ντροπή για τα άσχημα και το φιλότιμο για τα ωραία. Προκαλεί ανδρεία, γιατί μόνο οι ερωτευμένοι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για το αγαπημένο τους πρόσωπο κι όχι μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες.

Έπειτα ο Παυσανίας θα κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στον ουράνιο και τον πάνδημο Έρωτα ανάλογα με την ουράνια και την πάνδημο Αφροδίτη. Πάνδημος είναι αυτό του χυδαίου ανθρώπου με αντικείμενο περισσότερο τις γυναίκες παρά τα παιδιά. Οι εμπνευσμένοι από τον ουράνιο Έρωτα απέχουν από κάθε αδιαντροπιά. Τους αρέσει το αρσενικό επειδή έχει περισσότερη δύναμη σωματικά και πνευματικά. Αυτός ο Έρωτας γεννά στις ψυχές των πολιτών μεγάλα φρονήματα, δυνατές φιλίες και συντροφιές. Στις Ελληνικές πόλεις προστατεύεται από το νόμο και τον ονομάζει Παιδεραστία.

Σκοπός της Παιδεραστίας είναι η απόκτηση της αρετής, με την προϋπόθεση ότι ο εραστής είναι ικανός να διαμορφώσει τον ερωμένο ο οποίος όντως αισθάνεται την ανάγκη για μόρφωση και σοφία. Θα πρέπει να προσέξουμε ότι τόσο για αυτή την παιδεραστία όσο και για άλλα φαινόμενα της αρχαίας Ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να προσεγγίζονται στις σωστές ιστορικές τους διαστάσεις και όχι να μελετώνται αναχρονιστικά.

Ο Ερυξίμαχος θα προσθέσει ότι ο έρωτας αναφέρεται και στα ζώα και στα φυτά και αλλά και σε όλο το σύμπαν. Στα ανθρώπινα σώματα ο Ουράνιος Έρωτας προκαλεί υγεία ενώ ο Πάνδημος νοσηρότητα. Η Ιατρική συντελεί ώστε τα σώματα να υιοθετούν τον ωραίο έρωτα μέσα από τη συμφιλίωση των εχθρικών στοιχείων του σώματος. Αυτός ο δυαδισμός υπάρχει και για τη μουσική, ώστε υπάρχει αυτή που εξυψώνει ηθικά αλλά και αισθητικά, αλλά και αυτή που προκαλεί ακολασία. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα πράγματα ανθρώπινα και Θεία. Τέλος ο Ουράνιος Έρωτας είναι παντοδύναμος γιατί εγκαθιδρύει την φιλία μεταξύ ανθρώπων και Θεών, μέσα από τη χρήση της μαντικής επιστήμης.

Ο Αριστοφάνης θα παρουσιάσει τον Έρωτα σαν τη τάση των ανθρώπων για ξανά-ολοκλήρωση, εφόσον σε κάποια παλαιότερη εποχή διχοτομήθηκαν από τους Θεούς.

Αναλύει τη διαδικασία της επανένωσης, στην οποία τοποθετεί τον έρωτα για αρχηγό ο οποίος απαιτεί από τους ανθρώπους να έχουν σεβασμό προς τους Θεούς, για να επιτευχθεί η οριστική επανένωση του καθενός με το έτερο ήμισυ και ν’ αποφευχθεί πιθανή δεύτερη διχοτόμηση. Ακολουθεί ο Αγαθών που παρουσιάζει τον Έρωτα σαν τον πιο ευτυχισμένο, ωραίο και άριστο από τους Θεούς. Είναι πάντα νέος, τρυφερός και ελαστικός. Ακόμα έχει τις αρετές της δικαιοσύνης, της φρόνησης και της ανδρείας. Πέρα από άριστος ποιητής είναι και μεγάλος σε κάθε τέχνη, εφ’ όσον και οι Θεοί με τον έρωτα για οδηγό αποκτούν μαστοριά στις τέχνες τους. Έτσι πριν τον Έρωτα βασίλευε η Ανάγκη. Με την γέννηση του έγιναν και όλα τα αγαθά στους θεούς και στους ανθρώπους.

Στη συνέχεια αναλαμβάνει ο Σωκράτης, που αποδεικνύει στο Αγάθωνα ότι ο Έρωτας δεν είναι ούτε όμορφος, ούτε αγαθός γιατί αυτά είναι που στερείται εφόσον πάντα τα αναζητάει. Ακολουθεί η διήγηση από το Σωκράτη της διδασκαλίας της Διοτίμας που μάλλον πρόκειται για γυναίκα «σαμάνο» της εποχής. Ο Έρωτας λοιπόν δεν είναι ωραίος όπως τους Θεούς αλλά ούτε και άσχημος. Είναι κάτι ανάμεσα, όπως η σωστή δοξασία μεταξύ της γνώσης και της άγνοιας. Είναι λοιπόν ανάμεσα στους ανθρώπους και στους Θεούς. Ένας δαίμονας μεσάζων και οι άνθρωποι επικοινωνούν με τους Θεούς μέσω αυτού, χρησιμοποιώντας την Ιερατική και τη Μαντική τέχνη. Ο Έρωτας είναι γιος του Πόρου και της Πενίας, που η σύλληψή του έγινε στα γενέθλια της Αφροδίτης. Έτσι είναι πάντα φτωχός, άσχημος και στερημένος. Κυνηγάει όμως τα ωραία και τα αγαθά με ορμή, ανδρεία και εξυπνάδα. Αγαπάει τη γνώση και είναι εφευρέτης της. Πάντα φιλοσοφεί. Το αντικείμενο του Έρωτα είναι η παντοτινή κατοχή του αγαθού και η αθανασία. Και η αθανασία αρχικά επιτυγχάνεται μέσα από την αναπαραγωγή των σωμάτων, που διαιωνίζει το είδος.

Αυτός όμως που εγκυμονεί ψυχικά δηλαδή (φρόνηση, δικαιοσύνη, σωφροσύνη) αναζητάει μια όμορφη, έξυπνη και ευγενική ψυχή για να γεννήσει τις αρετές του. Στη συνέχεια το γεννημένο ανατρέφεται από κοινού και αυτό δημιουργεί ένα πιο σπουδαίο δεσμό από αυτό των παιδιών και μια πολύ πιο σταθερή φιλία. Αυτά βέβαια τα παιδιά (οι αρετές) είναι πιο ωραία και πιο αθάνατα ώστε καθένας θα προτιμούσε τέτοια να γεννήσει και όχι ανθρώπινα. Για παράδειγμα τα «παιδιά» του Λυκούργου σώζουν τη Σπάρτη και αυτά «νόμοι» του Σόλωνα σώζουν και γεννούν αρετή στην Αθήνα.

Γι’ αυτά τα παιδιά τους έχουν τιμηθεί και τους έχουν αφιερωθεί πολλά ιερά. Στη συνέχεια σ’ αυτό το λόγο η Διοτίμα διδάσκει στο Σωκράτη το σωστό δρόμο για τη μύηση στα «τέλεια και εποπτικά» μυστήρια του Έρωτα. Πρώτα λοιπόν πρέπει από νεαρή ηλικία κάποιος να πλησιάσει νέους με ωραία σώματα, να αγαπήσει κάποιον και σ’ αυτόν να γεννήσει ωραίους λόγους, μετά να διευρύνει την αγάπη του προς όλα τα ωραία σώματα, ανακαλύπτοντας την ομορφιά του είδους, έπειτα ν’ ανακαλύψει την ομορφιά των ψυχών που είναι ανώτερη από αυτή των σωμάτων και που εκδηλώνεται στους ωραίους τρόπους ζωής και στους νόμους. Στη συνέχεια αναζητώντας την ομορφιά των επιστημών, θα στρέψει το βλέμμα του στη μια και μοναδική επιστήμη. Την επιστήμη της ομορφιάς καθ’ αυτής.

Με αυτό λοιπόν το δρόμο της παιδεραστίας φτάνει κανείς ως τη θέση της ίδιας της ιδέας της ομορφιάς ώστε να μπορεί πια να γεννήσει όχι είδωλο αρετής παρά αληθινή αρετή. Έτσι θα γίνει αγαπημένος στους Θεούς και αθάνατους περισσότερο από κάθε άλλον. Ακολουθεί ο λόγος του Αλκιβιάδη που θα εγκωμιάσει τον ίδιο τον Σωκράτη. Αναφέρει ότι ο Σωκράτης ήταν ο μόνος που τον έκανε να ντραπεί, εκθειάζει την ανωτερότητα και τις αρετές της ανδρείας και της φρόνησης του Δαιμόνιου Σωκράτη, που όμοιος ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει.

Βλέπουμε λοιπόν ότι για τη Φιλοσοφία ο Έρωτας ταυτίζεται με τη δύναμη που τείνει στην ολοκλήρωση και στην κατάκτηση της αθανασίας. Σαν πρωταρχική ελκτική δύναμη ο Θεός Έρωτας είναι μια δύναμη ικανή να ταξινομεί και να δίνει ζωή στα πάντα. Πλάθει διαφορετικά σκαλοπάτια από ένα λεπτότατο ουρανό σε μια απτή γη, όπου σε κάθε επίπεδο υπάρχει και μια διαφορετική μορφή Έρωτα.

Και για να φτάσουμε στην ουσία του Έρωτα, πρέπει να μάθουμε να ανακαλύπτουμε τη σκάλα ανάβασης ξεκινώντας από τη ομορφιά. Αυτή που υπάρχει στα σώματα, στις ψυχές, στις δράσεις, στους Νόμους της φύσης, στην Επιστήμη και στην Τέχνη και ακόμα πιο πέρα φτάνουμε στο Ωραίο καθ’ αυτό, στην αγνή ιδέα, στην αφηρημένη ομορφιά καθαρή και άψογη, η οποία όμως συμπίπτει και με το Καλό, το Δίκαιο και το Αληθές. Στο Όλον!

Σήμερα αυτές οι αντιλήψεις σε μεγάλο βαθμό έχουν παρερμηνευθεί ολοκληρωτικά. Υιοθετείται και επαναλαμβάνεται η εσφαλμένη αντίληψη πως οι Αρχαίοι Έλληνες ασκούσαν την ομοφυλοφιλία και την παιδεραστία με την έννοια του σεξ στα πλαίσια ενός κοινωνικά και νομικά αναγνωρισμένου θεσμού. Έτσι, προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι άνθρωποι αυτοί, που αναζητούσαν την αρετή, την ανδρεία, την τιμή, την αξιοπρέπεια, την υπευθυνότητα, τη δικαιοσύνη και που άφησαν για το μέλλον αθάνατα μνημεία πολιτιστικής και πνευματικής κληρονομιάς, δεν ήταν παρά κίναιδοι που με κάθε ελευθεριότητα επιδίδονταν σε κάθε είδος σεξουαλικές περιπτύξεις.

Η ουσία της παρερμηνείας εντοπίζεται κυρίως στη ύποπτα λανθασμένη απόδοση ορισμένων λέξεων που το νόημα και οι λέξεις οι σχετικές με το έρω, έρως, εραστής και παιδικά. Το έρω σημαίνει και: αγαπώ θερμά, κατ’ έννοια απολύτως άσχετη προς το μεταξύ των φύλων έρωτα, περιβάλλω τινά διά θερμής αγάπης, αφοσιώσεως, λατρεύω, εμφαντικότερο του φιλώ.

Εδώ κλείνεται και η έννοια της ερωτικής φιλίας, ενός αισθήματος ανώτατου που, αν και βρισκόταν τότε σε ακμή, τώρα έχει χαθεί τελείως από τη γλώσσα και τη καρδιά μας, και βέβαια βρίσκεται πέρα από τα όρια της αντίληψης των σημερινών ανθρώπων. Γι’ αυτό και αδυνατώντας να ερμηνεύσουν μια σχέση που εγείρει και δεν διαφθείρει, παρερμήνευσαν εξωραΐζοντας το χυδαίο.

Η λέξη έρως, πέρα από τη γνωστή έννοια σημαίνει και: η μετά πάθους αφοσίωση, προσήλωση σε κάτι, αντικείμενο, πρόσωπο, ιδέα. Η λέξη εραστής, εκτός από τη σημασία που δίνουμε έχει και τις εξής: θαυμαστής, θιασώτης, λάτρης.

Παίδων εραστής = ο επιθυμών να έχει τέκνα και σε προέκταση η επιθυμία να φέρεις στον κόσμο παιδιά της ψυχής σου, ομοιώματα του ανώτερου σου εγώ.

Ως θεσμό κοινωνικό και όχι ως παρεκτροπή, ιστορικά και ψυχολογικά, πρέπει να εξετάσουμε αυτή τη συνήθεια. Όχι επιδοκιμαστικά. Ούτε και αποδοκιμαστικά.

«Ο εραστής ( φιλήτωρ ελέγετο ) προανήγγελλε από τριών ημερών εις τους οικείου του νέου την εκλογήν του και εκείνοι έκριναν αν έπρεπε να επιτρέψουν τη σχέση αυτή. Κριτήριο ήταν όχι αν η σχέση αλλά αν ο εραστής ήταν αντάξιος του υιού τους. Αν προτιμούσαν άλλον εραστή φρόντιζαν να ματαιώσουν την αρπαγή, διαφορετικά η αρπαγή του νέου ήταν εικονική όπως και η αντίσταση των συγγενών. Το ζεύγος κατέφευγε στα βουνά όπου για δύο μήνες διδάσκονταν ο νέος τη σκληραγωγία, το κυνήγι και τη χρήση των όπλων, ιδιαίτερα των δύσκολων τεχνικών όπλων ( τόξο, σφενδόνα κτλ. )στα οποία διακρίνονταν στην αρχαιότητα οι Κρήτες.
Έπειτα επέστρεφαν και ο εραστής χάριζε στο νέο μια πανοπλία, την πρώτη που θα φορούσε, ένα κύπελλο και ένα βόδι που θυσιάζονταν στο Δία.

Ο νέος έπαιρνε τότε το όνομα κληνός και απολάμβανε μεγάλες τιμές. Η μεγαλύτερη ντροπή για ένα νέο ήταν να μη βρεθεί γι’ αυτόν ένας φιλήτωρ. Η σχέση εξακολουθούσε ειδικά στους πολέμους όπου ο ερωμένος λεγόταν περασταθείς δηλαδή παραστάτης.»

Έρευνα, επιμέλεια, συγγραφή και συρραφή: Μ. Ιωσηφίδου

Ευχαριστώ θερμά τον Εκηβόλο

«Ότι σπέρνεις, θερίζεις…..»
Equine Superstore

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου