Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος - Τα ρόδινα ακρογιάλια (Απόσπασμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια

[…] Ακόμη δεν ήνοιξαν αι πύλαι της Ανατολής να εισέλθη παμβασιλεύς ο ήλιος κι ο γερο - Γατζίνος εσηκώθη, ήνοιξε το καφενεδάκι, και υπηρετεί τους πρωινούς πελάτας. Πώς να χορτάσει τις τον ύπνον εκεί, εις τα ωραία λυκαυγή, εις τας γλυκείας ηούς του φθινοπώρου… Εξύπνησα τρεις ώρας πριν φέξη, εξήλθα και κάμψας ένα δρομίσκον, έφθασα εις τον αιγιαλόν.

Ο Αυγερινός τώρα είχεν ανατείλει. Ανήρχετο υψηλά – υψηλά, ακολουθούμενος από εν αστεράκι, το οποίον έτρεχεν ως μαγευμένον κοντά του. Επάνω στην ράχιν, αντικρύ, άνωθεν του σκοτεινού άλσους, εχόρευον δύο άλλα άστρα· προς τα βορειοανατολικά εστρώνετο ρηχόν το κύμα και οι βράχοι, αριστερά, με τας λευκάς οικίας, ως φωλεάς βράχων χυτάς, κτισμένας επάνω των, εδέχοντο εις τους πόδας το προσκύνημα των θωπευτικών κυμάτων.


Ο γερο – Γατζίνος μου έκαμε καφέν χωρίς να του παραγγείλω. Δεν ήτο η ώρα τώρα δι’ ομιλίαν. Εις τας ώρας του ροδινού λυκαυγούς κανέν τοιούτον δεν έχει τον τόπον του. Δεν είχε σκάσει ακόμα τα’ αφιόνι. Ήτο η ώρα διά μαχμουρλίκι τουρκικόν. Άλλως θα μου διηγείτο πολλάς ιστορίας, πως ο γερο – Ακούκατος, τον παλαιόν καιρόν, είχε λάβει το επώνυμον τούτο, καθότι, όταν έκαμνε τον διαλαλητήν, εις τας δημοπρασίας, επανελάμβανε συχνά ερωτηματικώς προς το κοινόν: «τα’ ακούκατε, βρε παιδιά;», επειδή κατήγετο από τας Αθήνας, όπου επροφέρετο ούτω, αντί: ακούσατε· αυτός λοιπόν ο Ακούκατος, όταν είχε το καφενεδάκι εις τον άλλον γιαλόν, προ χρόνων, έρημος και μοναχός στα ξένα, είχεν ως κατοικίαν αυτό το μαγαζάκι του, κι εκοιμάτοεπί της σανίδος του καναπέ, δύο σπιθαμών το πλάτος, με δύο προσκέφαλα εις τας δύο άκρας· ώστε όταν ήθελε να γυρίση από το άλλο πλευρόν, ανεκάθιζε κι επλάγιαζε την κεφαλήν προς τα εκεί, όπου είχε πριν τους πόδας. Αλλ’ ήτο τόσον πρόθυμος να περιποιείται τους πελάτας, ώστε ποτέ δεν εχόρταινε τον ύπνον και άμα του έκρουέ τις την θύραν, ξένος, πτωχός ή άστεγος, πάραυτα εσηκώνετο και του ήνοιγεν· και του έκαμνε καφέν ή φασκομηλιάν, και αν είχε και αν δεν είχε πεντάλεπτον.

Τα ελαιοτριβεία είχον ανοίξει ήδη, τρεις ώρας πριν φέξη. Εν τούτον μ’ εξυπνούσε κάθε πρωί, δίπλα εις την πατρικήν μας οικίαν. Άλλα δύο ήσαν αντικρύ, πέραν του μικρού ποταμίσκου της μούργας. Εν άλλο εκείτο εκείθεν του δρόμου και άλλα οκτώ ή δέκα ευρίσκοντο εις τας άκρας του χωρίου, ολόγυρα εις τους κήπους.
Πολλοί άνθρωποι εκυκλοφόρουν, πρωϊνοί. Κρότοι ευάρεστοι έπληττον τας ακοάς. Ηκούοντο πανταχόθεν ομιλίαι, γέλωτες και άσματα· μάλλον κελεύσματα αρχαιοπρεπή, συνοδεύοντα την βαρείαν αγγαρείαν του αδρακτιού με την μακράν ογκώδη μανέλλαν του εργάτου και του ελαιοτρίπτου. Τηγανίτες εμοσχοβολούσαν παντού. Οι ελαιοτριβείς εκαλοπερνούσαν καθημερινώς από τα φιλεύματα και τα κεράσματα των οικοκυράδων.

Δεν έλειπαν και οι νεωτερισμοί.
 

Εσχάτως, ως και ένας σαλεπτζής ακόμα ήλθεν εις το χωρίον. Οι ολίγοι όμως πελάται του αριθμούνται μεταξύ του κινητού και αγοραίου πληθυσμού, καμμία δε οικοκυρά δεν θα επέτρεπεν εις τον υιόν ή τον σύζυγόν της κατ’ οίκον να ζητήση σαλέπι να πιη από τα χέρια του πλανοδίου ξένου… Εάν έλειπε το μαχμουρλίκι, ο μπάρμπα – Δημήτρης ο Γατζίνος θα μοι διηγείτο και πάλιν, πως τον παλαιόν καιρόν, όταν αυτός ήτο καραβοκύρης, μας έφερνεν εις την οικίαν ως δώρον χαλβάν πολίτικον, όταν εγύριζεν από τα ταξίδια, και πως, όταν ο ίδιος είχε γίνει μπακάλης, επωλούσε το μαύρο χαβιάρι με το βαρελάκι ως ταραμάν, προς εξ δραχμάς την οκάν. Πλην αι ώραι του λυκαυγούς δεν επιτρέπουσιν εκμυστηρεύσεις.

Ω, αι ώραι του λυκαυγούς!... Ιδού «αυτόμαται ήξαν πύλαι ουρανού, ας έχουν ώραι»· πλην ας αφήσωμεν τους παλαιούς και ας ψάλλωμεν μετά του Κοσμά του θεσπεσίου: «Προσενωπιώ σοι ώραι υπεκλίθησαν· φως γαρ και προ ποδών υψίδρομον πέλας, Χριστέ…».


Ιδού, αριστερά μας, μεταξύ των βράχων, εν λείψανον σεσαθρωμένης ξυλίνης αποβάθρας και δύο βαθμίδες κάτω υποβρύχιοι. Μία βάρκα φαίνεται εκεί δεμένη. Δύο μορφαί πλησιάζουν, ο εις φορτωμένος μέγα ζεμπίλι, ο άλλος με ελευθέρας τας χείρας, κύπτων και ανασηκώνων την περισκελίδα του. Ο Γιάννης της Σοφούλας, υπάγει δια τον αρσανάν, ο υιός του, ο Νικολός, λύει την μπαρούμα, ο πατέρας βάζει τα κουπιά, ο μικρός πηδά μέσα, η πλώρα στρέφεται προς το πέλαγος. Τόσον πρωϊνός ήδη ο Γιάννης της Σοφούλας! Με τα ρόδα της αυγής τρέχει εις την ισόβιον καθημερινήν εργασίαν του. Εργασία ολοήμερος εκεί, και κρότος, και «ωδίνες ως τικτούσης». Αλλ’ όσον και αν κοιλοπονούν, όσον κι αν καταπατούνται οι άνιρωποι δια να κατασκευάζωσι «τείχη τριτογεννή», η θάλασσα θα καταφάγη μίαν ημέραν όλους τους δρυΐνους δράκοντας, «δη ωκ λεβάϊαθανς», όπως λέγει ο Μπάϋρον. «Εν πνεύματι βιαίω συντρίψας πλοία Θαρσεύς».[…]



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου