Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Raymond Radiguet - Le Diable au corps

2 σχόλια

Ρεϊμόν Ραντιγκέ: Ο διάβολος στο κορμί (μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Βιργινία Γαλανοπούλου, εκδ. Ροές, 2014)

Κυκλοφόρησε πρόσφατα, σε νέα επιμέλεια της μετάφρασης, αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι που έχει γίνει πια κλασικό στη λογοτεχνία, ενώ στην εποχή του (1923) προκάλεσε τεράστιο σκάνδαλο, τόσο λόγω της ιδιαιτερότητας των παθιασμένων πρωταγωνιστών του (αυτή παντρεμένη και μεγαλύτερη σε ηλικία απ’ αυτόν, που είναι ακόμα μαθητής) όσο και για το μείζον ηθικό δίλημμα που έθετε: μπορεί η ευτυχία δύο ανθρώπων να εξαρτάται από την καταστροφή, τον όλεθρο και τον πόνο χιλιάδων άλλων, δηλαδή από τη συνέχιση του πολέμου;
    Η ιστορία στο Ο διάβολος στο κορμί είναι απλή, όσο απλή μπορεί να είναι μια ερωτική ιστορία. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι μαθητής λυκείου, γύρω στα δεκαπέντε-δεκάξι, και ερωτεύεται με πάθος τη Μάρθα, δεκαεννιά χρονών, παντρεμένη με τον Ζακ, που είναι στρατιώτης στο μέτωπο – βρισκόμαστε στην εποχή που μαίνεται ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Σιγά σιγά ο έρωτας των δύο νέων ξεφεύγει από κάθε «όριο ασφαλείας» που επιβάλλουν οι κοινωνικοί κανόνες: η ιστορία τους γίνεται γνωστή σε όλο το χωριό, στην οικογένεια, παντού. Η σχέση τους βρίσκεται αντιμέτωπη με την κοινωνική απαξίωση: «Επειδή είχα ερωμένη τη γυναίκα
ενός στρατιώτη, είδα τους φίλους μου σιγά σιγά να απομακρύνονται», και μάλιστα με «σειρά ιεραρχική: από το γιο του συμβολαιογράφου μέχρι το γιο του κηπουρού μας».
Ο αφηγητής ποθεί τη Μάρθα σε τέτοιο βαθμό που τελικά αρχίζει να μισεί τον άντρα της και να εύχεται να σκοτωθεί στον πόλεμο: «Οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή θα ήταν παιδική χίμαιρα να εύχομαι τον θάνατο του άντρα της, αλλά τώρα αυτή η ευχή γινόταν τόσο ένοχη όσο αν τον είχα σκοτώσει. Χρωστούσα στον πόλεμο την ευτυχία που μόλις άρχιζε· περίμενα χάρη σ’ αυτόν να αποκορυφωθεί. Ήλπιζα πως ο πόλεμος θα διευκόλυνε το μίσος μου, όπως ένας άγνωστος που διαπράττει το έγκλημα στη θέση μας». Έτσι, ο πόλεμος μετατρέπεται στην πηγή που τροφοδοτεί τον έρωτά τους: «Ήδη περιμένουμε το τέλος του πολέμου που θα είναι και το τέλος του έρωτά μας». Οι δύο εραστές πανηγυρίζουν όταν ακυρώνονται οι άδειες των στρατιωτών από το μέτωπο. Και, όταν ηχούν «οι καμπάνες της ανακωχής», ο αφηγητής το ξέρει, το έχει συνειδητοποιήσει: «ήμουν χαμένος».
    Το τραγικό, κάπως μελοδραματικό, φινάλε αφήνει τον –ανώνυμο, πάντα– αφηγητή με βαθιά σημάδια στην ψυχή του, να μαθαίνει –ηττημένος, πια– ότι η Μάρθα μέχρι την τελευταία στιγμή είχε στα χείλη της το όνομα του μωρού τους – το δικό του όνομα.
    Ο διάβολος στο κορμί είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα που έχει γίνει σημείο αναφοράς, και αυτό όχι μόνο για τον μύθο του και για τον μύθο που περιβάλλει τον συγγραφέα του. Ο Ραντιγκέ δίνει ένα κείμενο με αποχρώσεις κλασικού, με ύφος λεπτοκεντημένο για να αποδώσει τις ψυχολογικές διαδρομές των ηρώων, απλό, λιτό, χωρίς φτιασίδια, ένα κείμενο όπου όλα είναι στη θέση τους και τίποτα δεν φαίνεται να περισσεύει.
    Ο Ραντιγκέ γράφει ένα εντελώς ασεβές βιβλίο και χτίζει δύο χαρακτήρες χωρίς ηθικές αμφιβολίες μπροστά στη δύναμη του πάθους τους. Το μοναδικό –ακλόνητο όσο και αδιέξοδο– δεδομένο είναι ο έρωτάς τους και, στο όνομα αυτού του έρωτα, όλα τα άλλα φαίνονται μικρά και αναλώσιμα – ακόμα και οι ανθρώπινες ζωές που χάνονται στον πόλεμο. Κάποιοι απέδωσαν κυνισμό σε αυτή τη στάση· κάποιοι άλλοι διάβασαν ένα πάθος μέχρι θανάτου. Οι χαρακτήρες είναι γεμάτοι ψυχολογικές αντιφάσεις και μεταπτώσεις και αυτές είναι που τους δίνουν ζωντάνια και τους βγάζουν από το χαρτί στην πραγματική ζωή. Ο Ραντιγκέ έχει επίγνωση του ηθικού σκανδάλου που θα προκαλούσε μια τέτοια στάση σχετικά με τον έρωτα και τον πόλεμο· είναι χαρακτηριστική η πρώτη φράση του βιβλίου: «Θ’ ακούσω πολλές κατηγορίες». Μην ξεχνάμε πως το βιβλίο κυκλοφορεί μόλις πέντε χρόνια μετά το τέλος της σφαγής του μεγάλου πολέμου.
    Ο νεαρός αφηγητής γνωρίζει τη σκληρή πλευρά του έρωτα («όποιος αγαπά ενοχλεί πάντα εκείνον που δεν αγαπά») και είναι διαρκώς μπροστά στα διλήμματα που θέτει ο χρόνος που περνάει, σαν να διαισθάνεται πως ο χρόνος τον καταδιώκει, πως αυτός είναι ο πραγματικός εχθρός του, με αυτόν αναμετριέται, όχι μόνο η ζωή, αλλά και η ομορφιά και ο πόνος: «δεν είναι πιο λογικό να διαλέξουμε ένα μέρος λιγότερο ωραίο, αλλά με μια ομορφιά που διαρκεί όλο το χρόνο;». Ή, πάλι, το δίλημμα της γάτας που βασανίζεται: «είναι σαν μια γάτα να έχει δεμένη, για όλη της τη ζωή, στην ουρά της ένα φελλό, παρ’ όλο που σίγουρα θα προτιμούσε να σέρνει για ένα μήνα μια κατσαρόλα».
    Ο Ρεϊμόν Ραντιγκέ γεννήθηκε το 1903, στο Σεν Μορ, και πέθανε στο Παρίσι, από τυφοειδή πυρετό, στις 12 Δεκεμβρίου 1923 – τη χρονιά που εκδόθηκε Ο διάβολος στο κορμί. Τα λίγα χρόνια που έζησε ήταν γεμάτα ένταση, σε ένα Παρίσι που στροβιλιζόταν στους ρυθμούς μιας καλλιτεχνικής άνοιξης γεμάτης αναζήτηση. Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του Ραντιγκέ με τον Ζαν Κοκτό, ο οποίος, εκτός από στενός του φίλος, έγινε και ο μέντοράς του. Έγραψε ποιήματα και δύο μυθιστορήματα, το Ο διάβολος στο κορμί και τον Χορό του κόμη ντ’ Ορζέλ. Σε μια συνέντευξή του στο Paris Review, ο Κοκτό είπε πως ο Ραντιγκέ, τρεις μέρες πριν πεθάνει, του είχε πει: «Σε τρεις μέρες θα με τουφεκίσουν οι στρατιώτες του Θεού».
    Ο Ραντιγκέ είχε ζήσει, στα δεκαπέντε του, μια ερωτική σχέση με τη μεγαλύτερή του, Αλίς – σχέση που ξεκίνησε το 1917 και διακόπηκε με το τέλος του πολέμου, όταν επέστρεψε από το μέτωπο ο σύζυγος της Αλίς. Ο ίδιος ο Ραντιγκέ αρνείται, όμως, τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του βιβλίου: «Θέλησαν να δουν στο βιβλίο μου εκμυστηρεύσεις. Τι σφάλμα! Το έγραψα για να δώσω το ανάγλυφο ενός μυθιστορήματος όπου όλα είναι γέννημα της φαντασίας και στη συνέχεια να σκιαγραφήσω την ψυχολογία ενός αγοριού».
    Ο –σαφώς πιο αδύναμος– Χορός του κόμη ντ’ Ορζέλ (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εξάντας, μτφ. Ρένα Χατχούτ) εκδόθηκε το 1924, μετά τον θάνατο του Ρεϊμόν Ραντιγκέ. Ο ίδιος ο συγγραφέας το θέλει «κακογραμμένο, όπως η κομψή γυναίκα πρέπει να φαίνεται κακοντυμένη». Ο Ραντιγκέ παίζει πάλι με τις λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις των χαρακτήρων και ταυτόχρονα μοιάζει να αντιστρέφει απαντήσεις που έδινε σε κάποια διλήμματα στο Ο διάβολος στο κορμί, αλλά το βιβλίο μάλλον θα χρειαζόταν μια σχετική οικονομία και γενικά απέχει από το πρώτο.
    Ο διάβολος στο κορμί μεταφέρθηκε δύο φορές στον κινηματογράφο. Η πρώτη ταινία σκηνοθετήθηκε το 1947 (λίγο μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) από τον Κλοντ Οτάν-Λαρά και παίζουν ο Ζεράρ Φιλίπ (εδώ ο πρωταγωνιστής παίρνει όνομα, γίνεται Φρανσουά Ζομπέρ και είναι 17 ετών) και η Μισλίν Πρεσλ. Η ταινία, που ακολουθεί σε γενικές γραμμές πιστά το βιβλίο και αποδίδει σχετικά πειστικά το κλίμα του, ξεκινάει με τον γοητευτικό Ζεράρ Φιλίπ να διασχίζει μελαγχολικός και θλιμμένος τους δρόμους που ξεχειλίζουν από κόσμο που πανηγυρίζει, ενώ ηχούν οι καμπάνες που αναγγέλλουν την ανακωχή και το τέλος του πολέμου. Η ταινία δεν αποφεύγει τα ρίσκα και αποτυπώνει την αίσθηση πλήρους «συνενοχής» των δύο εραστών, καθώς ζουν τον αδιέξοδο έρωτά τους γνωρίζοντας πως αυτός θα τελειώσει μαζί με την έλευση της ειρήνης.
    Η δεύτερη μεταφορά, από τον Ιταλό σκηνοθέτη Μάρκο Μπελόκιο, το 1986, εκτυλίσσεται στη σύγχρονη εποχή: η πρωταγωνίστρια (Τζούλια, εδώ, παιγμένη από τη Μαρούσκα Ντέτμερς) είναι η αγαπημένη ενός μέλους των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ο οποίος, την εποχή που η Τζούλια συναντά τον μαθητή λυκείου Αντρέα, δικάζεται και πρόκειται σύντομα να αφεθεί ελεύθερος, αφού ανήκει στους «μετανοημένους». Είναι μια ταινία που νομίζω χάνει το βάθος του βιβλίου, επιμένει στις ερωτικές σκηνές (με μια ερωτική σκηνή που προκάλεσε σάλο στην εποχή της) και μένει στην επιφάνεια της ερωτικής ιστορίας (την οποία μάλιστα τη στηρίζει σε μια πρωταγωνίστρια μάλλον ασταθή), χάνοντας έτσι όλη την ψυχολογική ένταση των πρωταγωνιστών και τη δραματικότητα των διλημμάτων τους.
    Ενενήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, για τον Διάβολο στο κορμί ίσως ισχύει αυτό που λέει ο ίδιος ο Ραντιγκέ στην αρχή του βιβλίου: παρά τα φαινόμενα, «δεν υπάρχει τίποτα ικανό να μας γεράσει».  

Κώστας Αθανασίου
http://www.epohi.gr/portal/online-ekdosi/16406-o-erotas-kai-ta-oria-tis-ithikis

2 σχόλια :