Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Μ. Ιωσηφίδου - Theodor Ludwig Wiesengrund Adorno / Biography (βιογραφία)

Δεν υπάρχουν σχόλια



Ο Theodor Ludwig Wiesengrund Adorno (1903-1969), εβραϊκής καταγωγής, ήταν κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, μουσικολόγος και συνθέτης. Υπήρξε μέλος της Σχολής της Φρανκφούρτης, καθώς και μουσικός διευθυντής στο Radio Project των Η.Π.Α.

Γεννήθηκε στη Φραγκφούρτη και ήταν το μοναχοπαίδι των Oscar Alexander Wiesengrund και Maria Barbara Calvelli-Adorno. Πήρε μαθήματα πιάνου και σύνθεσης, υπήρξε άριστος μαθητής και στον ελεύθερο χρόνο του διάβαζε την Κριτική του Καθαρού Λόγου του Καντ. Όπως, ο ίδιος ισχυριζόταν, όφειλε σε τούτες τις αναγνώσεις πολύ περισσότερα παρά στους δασκάλους του. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης (φιλοσοφία, μουσικολογία, ψυχολογία, κοινωνιολογία) και την περίοδο εκείνη γνώρισε τους Χορκχάιμερ και Μπένγιαμιν. Θεωρώντας ότι θα ασχοληθεί με τη σύνθεση και την κριτική μουσικής, ξεκινά το ’25 σπουδές στη Βιέννη, στη Δεύτερη Σχολή της Βιέννης. Επιστρέφοντας από την Βιέννη, και μετά κόπων και βασάνων, καταφέρνει έπειτα από τρία χρόνια να πάρει τον τίτλο του Καθηγητή, αφού υπέβαλλε το χειρόγραφο "Η κατασκευή της αισθητικής". Το θέμα της εναρκτήριας διάλεξής του ήταν «Η Σημερινή Αξία της Φιλοσοφίας». Εδώ εισήγαγε την θέση ότι το όλον είναι το μη αληθές (Minima Moralia). Δυστυχώς, το 1933 και δεδομένης της μη άρειας καταγωγής του, ο τίτλος του ανακλήθηκε από τους Ναζί.


Μεσολάβησαν ταξίδια στο Βερολίνο, όπου και γνωρίζει την χημικό Margarethe Karplus, την οποία στη συνέχεια παντρεύεται στο Λονδίνο το ’37. Το ‘34, μεταναστεύει στην Αγγλία, ευελπιστώντας να καταλάβει μια καθηγητική θέση στην Οξφόρδη. Ωστόσο, ως μεταπτυχιακός στο Merton College, αναλαμβάνει μια σε βάθος μελέτη της φιλοσοφίας του Χούσσερλ. Το ‘36, η Zeitschrift δημοσιεύει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κείμενά του, το "Über Jazz". Στο μεταξύ η αλληλογραφία του με τον Χορκχάιμερ , που ζούσε εξόριστος στις ΗΠΑ, οδηγεί στην προσφορά μιας θέσης εργασίας στην Αμερική. Μετά την πρώτη του επίσκεψη εκεί το ’37, αποφασίζει την μετανάστευσή του, αφήνοντας πίσω του τον Μπένγιαμιν, αλλά όχι τους γονείς του, οι οποίοι και τον ακολουθούν το ’39. Η συμφωνία είναι ένα μέρος του χρόνου του να είναι αφιερωμένο στο Ινστιτούτο για την Κοινωνική Έρευνα, το οποίο τότε είχε μεταφερθεί στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και το υπόλοιπο στην ενασχόλησή του με το Radio Project.  Η συμφωνία αυτή κράτησε μέχρι το 1941. Πολύ σύντομα, εντούτοις, η προσοχή του μετατοπίστηκε στην άμεση συνεργασία με τον Χορκχάιμερ. Μετακόμισαν μαζί στο Λος Άντζελες, όπου ο ίδιος δίδαξε για τα επόμενα επτά χρόνια και υπηρέτησε ως συν-διευθυντής μιας μονάδας έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Έτσι προέκυψε το βιβλίο τους Dialektik der Aufklärung, το ‘47.

«Παιδί» της εποχής του, το έργο ξεκινά ως εξής:

«Με την πιο γενική έννοια της προοδευτικής σκέψης, ο Διαφωτισμός επεδίωξε πάντοτε την απελευθέρωση του ανθρώπου από τον φόβο και την εγκαθίδρυσή του ως κυρίαρχου. Πλην όμως στην πλήρως διαφωτισμένη γη μας ακτινοβολεί ο θρίαμβος της καταστροφής.»

Στο βιβλίο αυτό, πραγματεύονται τη δυναμική μέσα στον πολιτισμό που τείνει προς την αυτοκαταστροφή. Η έννοια του λόγου μεταμορφώθηκε σε μια παράλογη δύναμη από τον Διαφωτισμό. Ως εκ τούτου, ο λόγος, κυριάρχησε όχι μόνο πάνω στην φύση, αλλά και πάνω στην ίδια την ανθρωπότητα. Και είναι αυτή η συνειδητοποίηση της ανθρωπότητας που ταυτοποιήθηκε ως η πρωταρχική αιτία του φασισμού και άλλων ολοκληρωτικών καθεστώτων. Συνεπώς, ο Αντόρνο δεν θεωρούσε τον ορθολογισμό ως έναν δρόμο προς την απελευθέρωση του ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό στράφηκε στην τέχνη.

Εντούτοις, μετά το ‘45 παύει να εργάζεται ως συνθέτης. Ακολουθεί η δήλωση: «Το να γράψεις έστω και ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βάρβαρο», την οποία αργότερα ανακαλεί, λέγοντας: «Ο πολυετής πόνος έχει το δικαίωμα της έκφρασης όσο και ο βασανισμένος να φωνάξει... άρα θα μπορούσε να ήταν λάθος να πει κανείς ότι κανένα ποίημα δεν θα έπρεπε να γραφτεί μετά το Άουσβιτς.» Άπραγος, ωστόσο, δεν έμεινε, καθώς υπήρξαν συνεργασίες με τον Τόμας Μαν, εργάστηκε στο Philosophie der neuen Musik και συμμετείχε σε έρευνες ινστιτούτων των ΗΠΑ αναφορικά με τον αυταρχικό χαρακτήρα των ατόμων.

Με το πέρας του πολέμου, επιστρέφει στην πατρίδα του, όπου του αποδίδεται μια καθηγητική έδρα στη Φρανκφούρτη (‘49/’50). Ακολουθεί η έκδοση του Minima Moralia και η αναγνώρισή του.

Προς το τέλος της ζωής του, όμως, βρέθηκε να τον αντιμάχονται η Αριστερά και η Δεξιά, συγχρόνως. Άσκησε σκληρή κριτική στην αντι-θεωρητική στάση της Αριστεράς του 1960, την οποία αποκαλούσε "ψευδο-δράση" επιχειρώντας να ξεπεράσει την διάκριση θεωρίας και πράξης αλλά όντας παγιδευμένη στην ίδια της την δημοσιότητα. Επιχειρηματολόγησε αντιθέτως υπέρ της "ανοιχτής σκέψης": "Πάνω από κάθε ειδικό και μερικό περιεχόμενο, η σκέψη είναι στην πραγματικότητα και πάνω απ΄όλα η δύναμη της αντίστασης". Στην αντίπερα όχθη, η Δεξιά τον κατηγόρησε ότι παρείχε την θεωρητική βάση για τη βία των αριστεριστών. Το 1969 έγιναν ταραχές μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας του, με πιο γνωστό το περιστατικό όταν νεαρές φοιτήτριες κατέλαβαν την έδρα του επιδεικνύοντας γυμνά τα στήθη τους. Οι ταραχές αυξήθηκαν στον βαθμό που ανάγκασαν τον Αντόρνο να διακόψει τη σειρά των διαλέξεων του. Σε ένα γράμμα προς τον Μπέκετ έγραψε : "Το αίσθημα του να δέχεσαι ξαφνικά επίθεση ως αντιδραστικός τουλάχιστον περιέχει μια νότα έκπληξης." Φοβόταν, ωστόσο, ότι η τρέχουσα πολιτική κατάσταση μπορούσε να οδηγήσει σε ολοκληρωτισμό.

Μια ανάβαση σε βουνό ύψους 3.000 μέτρων, στην Ελβετία, παρά τις αντιρρήσεις του γιατρού του, του προκάλεσε ταχυκαρδίες, με αποτέλεσμα την επομένη (06/08) και αφού διακομίστηκε σε κλινική, να πεθάνει από καρδιακή ανακοπή.

Τι αντιπροσώπευε όμως; Ποιος ήταν; Τι σκεφτόταν; Τι έλεγε; Τι καταλαβαίνουμε εμείς για αυτόν τον θεμελιωτή της κριτικής;

Ήξερε να πείθει. Αυτό είναι το μόνο δεδομένο. Είτε με τη χρήση γραπτού, είτε προφορικού λόγου, άσχετα εάν οι αποδέκτες του λόγου του δεν μπορούσαν σχεδόν ποτέ, λόγω των άκρως δυσνόητων διατυπώσεών του, να τον καταλάβουν. Μου αρέσει αυτό. Ήταν μια διάνοια ανατρεπτική, μόνιμα σε αμφισβήτηση και ως εκ τούτου επίκαιρος. Όπως, όμως, όλες οι διάνοιες, είχε και αδυναμίες. Στραβά. Όπως λόγου χάρη ο σεξισμός του ή ο «μανιερισμός» του λόγου του, κατά τον Χάμπερμας, ο οποίος και αναίρεσε ένα βασικό θεώρημα του Αντόρνο: ότι λόγω της εσωτερικής καταπίεσης που υφίστανται οι άνθρωποι, καταπιέζοντας τη φύση, πρέπει, σώνει και καλά, να είναι καταπιεστικές (όπως στο καπιταλιστικό σύστημα) και οι ανθρώπινες σχέσεις. Εντούτοις, όσες απόψεις του και αν αναιρούνται, άλλες τόσες ξαναζωντανεύουν. Αποτελεί έναν ταλαντούχο διανοητή, που δίνει το στίγμα ότι αν όλοι δουλέψουν σκληρά, θα μπορούσαν να γίνουν και αυτοί κάποτε σαν εκείνον.

Απέχει από το κλισέ, που θέλει τους διανοούμενος αφηρημένους, χαμένους στις σκέψεις τους. Τουναντίον, πατά γερά στη γη και με τα δυο του πόδια. Το χαρακτηριστικό του αυτό, που οφειλόταν εν μέρει και στην ιδιότητά του ως κοινωνιολόγου, ήταν μια από τις βασικές προϋποθέσεις για να γίνει ο Αντόρνο ο σπουδαιότερος κριτικός της πολιτιστικής βιομηχανίας του καπιταλισμού τον εικοστό αιώνα. Απόδειξη η Διαλεκτική του διαφωτισμού  και το Minima Moralia. Ασκεί αδυσώπητη κριτική, σε μία, όπως έλεγε, από τις πλέον αρνητικές τάσεις της εποχής μας: τη συγχώνευση της «υψηλής» κουλτούρας με τη «φτηνή» τυποποιημένη διασκέδαση, που έχει ως αποτέλεσμα τα έργα γνήσιας κουλτούρας να μετατρέπονται σε «ready made», ενώ στην κανονική τους μορφή μπορούν να αντισταθούν, λόγω ποιότητας, σε κάθε φθορά του χρόνου.

Θεωρούνταν νάρκισσος. Αυτάρεσκος, που αρέσκονταν στον ήχο της ίδιας του της φωνής, με αποτέλεσμα να μην αφήνει κανέναν να μιλήσει. Συνήθιζε να επισκέπτεται οίκους ανοχής, και να ταπεινώνει τη γυναίκα του, την οποία όχι μόνο απατούσε, αλλά και την πληροφορούσε - προκειμένου η ίδια να καταγράψει -, για όλες τις λεπτομέρειες των εξωσυζυγικών άθλων του, καθώς και των φαντασιώσεών του.

Ο ίδιος έλεγε, ότι δεν υπάρχει σωστή ζωή, στη λάθος ζωή. Η δική του ήταν σωστή στη λάθος ή λάθος στη σωστή; Οι δε σκέψεις του, ήταν σωστές επειδή δεν καταλάβαιναν τον εαυτό τους;

Όπως, μας λέει ο καθηγητής Σπ. Σημίτης: «Ο Αντόρνο ανήκε σε ομάδα διανοουμένων, όπως ο Χορκχάιμερ και ο Μαρκούζε, που είχαν εγκαταλείψει το 1933 τη Γερμανία και επέστρεψαν σ' αυτήν, είτε μόνιμα είτε ως επισκέπτες, μετά τον πόλεμο. Οι διανοούμενοι αυτοί είχαν γαλουχηθεί στις ευρωπαϊκές, δηλαδή οικουμενικές αξίες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, είχαν τους προβληματισμούς της προναζιστικής περιόδου και επηρεάζονταν από την ψυχανάλυση. Ο καθένας τους είχε τη δική του άποψη, όλοι τους κινούνταν όμως στο ίδιο ριζοσπαστικό μήκος κύματος. Και αυτό είναι, αν θέλετε, που προσέλκυσε τότε εμάς τους νέους, αν και στην πρώτη φάση ο αριθμός μας ήταν πολύ μικρός».

Η αναγνώριση όπως είπαμε, δεν ήρθε νωρίς. Αυτό ακριβώς ήταν που τον ωθούσε να θέλει συνεχώς να αποδείξει ότι είναι κάτι σπουδαίο. Ο δε σεξισμός του, όπως αναφέρθηκε, ήταν και οι αιτία για την σκηνή του ’69 με τις γυμνόστηθες κοπέλες, και την μετέπειτα αποχή του από το πανεπιστήμιο. «Όποιος τον φίλτατο Αντόρνο αφήσει να διοικεί, τον καπιταλισμό για πάντα θα παραδεχτεί» ήταν το σύνθημα που δονούσε την αίθουσα, βασισμένο σε έναν προτεσταντικό ψαλμό του 17ου αιώνα, με αφορμή την αστυνομική παρουσία στο πανεπιστήμιο, κατόπιν κλήσης του Αντόρνο.  Ήταν δε καθηγητής παλαιάς κοπής. Εγώ μιλάω, εσύ ακούς! Αυταρχισμός…..

Συνεχίζοντας, ο Σημίτης, μας λέει: «Το κύριο όφελος που είχα από εκείνα τα χρόνια ήταν ότι η νομική επιστήμη και το δίκαιο δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε υψηλές απαιτήσεις αν δεν λάβουν υπόψη την κοινωνική βάση. Ταυτόχρονα πρέπει να αποδεχθεί κανείς, ως επιστήμονας, την απαισιοδοξία που χαρακτήριζε τη σκέψη του Αντόρνο, κάτι που πήρε από τον Φρόιντ. Και το δεύτερο όφελος είναι, ότι η "Σχολή της Φραγκφούρτης" μού έδειξε ότι η πανεπιστημιακή έρευνα προϋποθέτει την υπέρβαση των ορίων της δικής σου ειδικότητας και ότι πρέπει να διαμορφώνεις τις απαντήσεις σου σε συνεργασία με άλλες επιστήμες».

Στο τελευταίο όνειρο που καταγράφει, με ημερομηνία 12 Απριλίου 1969, επανεμφανίζονται τάσεις αυτοχειρίας: «Συζητήσαμε με την Α. να αυτοκτονήσουμε μαζί».

Στο όνειρο, η Α. δεν φάνηκε πειστική, όπως σημειώνει απογοητευμένος λίγο παρακάτω.

Λίγους μήνες αργότερα το μοιραίο ξεκαθάρισε οριστικά το τοπίο, στα όνειρα και τη «φθαρμένη ζωή» του Τέοντορ Αντόρνο.

Έργα του:
  • «Αναδρομική θεώρηση του υπερρεαλισμού»
  • « Ἡ φιλοσοφία συμβάλλει στὴν ἀλλαγὴ παραμένοντας θεωρία»
  • «Τζάζ, ἡ αἰώνια μόδα »
  • «Διαλεκτικὴ τοῦ Διαφωτισμοῦ»
  • «Εἶχε δίκιο ὁ Spengler; »
  • «Σὲ τί χρησιμεύει ἀκόμη ἡ φιλοσοφία;»
  • «Τ' ἄστρα κάτω στὴ γῆ»
  • «Minima moralia»
  • «Ἀναδρομικὴ θεώρηση τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ »
  • «Διαφάνειες σὲ φίλμ »
  • «Τρεῖς μελέτες γιὰ τὸν Χέγκελ»
  • «Μουσικὴ καὶ γλώσσα: ἕνα ἀπόσπασμα »
  • « Θεωρία τῆς κοινωνίας καὶ ἐμπειρικὴ ἔρευνα»
  • «Περὶ λυρικῆς ποιήσεως καὶ κοινωνίας »
  • « Σχετικὰ μὲ τὴ λογικὴ τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημῶν»
  • «Αἰνιγματικὸς χαρακτήρας- Περιεχόμενο ἀλήθειας-Μεταφυσική . Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν “Αἰσθητικὴ Θεωρία”»
  • «Κοινωνιολογία. Εἰσαγωγικὰ δοκίμια»
  • «Σύνοψη τῆς πολιτιστικῆς βιομηχανίας»
  • «Ἐπιστημονικὲς ἐμπειρίες ἑνὸς Εὐρωπαίου διανοουμένου στὴν Ἀμερική»
  • «Θεωρία τῆς ἡμιμόρφωσης»
  • «Ὁ Ἀντόρνο μιλᾶ μὲ τὸν Ἔκο. Ἄγνωστη τηλεοπτικὴ συνέντευξη τοῦ Γερμανοῦ Φιλοσόφου. Θέμα: οἱ πολιτιστικὲς δυνατότητες τῆς τηλεόρασης καὶ ὁ ρόλος τῶν διανοουμένων»
  • «Μπετόβεν καὶ Σαῖνμπεργκ »
  • «Παρατηρήσεις πάνω στὴ φιλοσοφικὴ σκέψη »
  • «Ἀρνητικὴ Διαλεκτική»,
  • «Εἰσαγωγὴ στὴ φιλοσοφία τῆς νέας μουσικῆς »
  • «Adorno-Horkheimer: Διαλεκτικὴ τοῦ Διαφωτισμοῦ: ἐπιστροφὴ τοῦ ἀντιδιαφωτισμοῦ ἢ κριτικὴ διερεύνηση τῶν ὁρίων τοῦ Διαφωτισμοῦ; »
  • «Φρήντριχ Νίτσε. “Εἶμαι ἕνας δυναμίτης”»

Θα κλείσω αυτό το μικρό αφιέρωμα με ένα απόφθεγμά του, που ξεχωρίζω:

«A successful work of art is not one which resolves contradictions in a spurious harmony, but one which expresses the idea of harmony negatively by embodying the contradictions, pure and uncompromised, in its innermost structure.»

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου